Ποια είναι η λειτουργία του ήπατος;

Το ήπαρ ή κοινώς συκώτι είναι ένα από τα σημαντικότερα όργανα του ανθρωπίνου οργανισμού και ανατομικά βρίσκεται στο δεξιό πάνω τμήμα της κοιλιακής χώρας. Επιτελεί πλήθος λειτουργιών, όπως η ρύθμιση του μεταβολισμού, η σύνθεση παραγόντων πήξης του αίματος για τον έλεγχο αιμορραγιών, η παραγωγή απαραίτητων ουσιών για την προστασία μας από λοιμώξεις και η απομάκρυνση τοξικών ουσιών και φαρμάκων από τον οργανισμό.

Τι είναι η ηπατίτιδα;

Η ηπατίτιδα είναι μια φλεγμονώδης αντίδραση, δηλαδή ένας ερεθισμός του ήπατος ως αποτέλεσμα προσβολής του μετά από έκθεση  σε ιούς ή άλλους βλαπτικούς παράγοντες, όπως φάρμακα, τοξίνες και αλκοόλ που οδηγεί σε νέκρωση του οργάνου.

Τι είναι οι ιογενείς ηπατίτιδες;

Όταν το ήπαρ προσβληθεί από κάποιο ιό δημιουργώντας φλεγμονή και νέκρωση του οργάνου μιλάμε για ιογενή ηπατίτιδα. Οι πιο γνωστοί ιοί ηπατίτιδας είναι οι ιοί Α, Β, C, D και Ε. Εκτός όμως από τους παραπάνω ιούς, υπάρχουν και κάποιοι άλλοι ιοί, που δεν προσβάλλουν αποκλειστικά και μόνο το ήπαρ, αλλά μπορεί ταυτόχρονα με την ηπατίτιδα να προκαλέσουν και προσβολή άλλων οργάνων. Αυτοί οι ιοί χαρακτηρίζονται ως ηπατοτρόποι ιοί και χαρακτηριστικά αναφέρονται ο ιός CMV, EBV, HSV, Coxsackie κλπ.

Τι είναι η χρόνια ιογενής ηπατίτιδα;

Οι περισσότεροι ιοί που προαναφέρθηκαν προκαλούν μόνο οξεία φλεγμονή στο ήπαρ που αποκαθίσταται σε μικρό χρονικό διάστημα. Η χρόνια ιογενής ηπατίτιδα, δηλαδή η παρατεταμένη λοίμωξη, προκαλείται από τους ιούς της ηπατίτιδας Β, C και σπάνια D και αναπτύσσεται σε άτομα όταν το αμυντικό τους σύστημα δεν κατορθώνει να αποβάλλει τον ιό. Στους ασθενείς με χρόνια ηπατίτιδα, ενώ συνήθως απουσιάζουν τα συμπτώματα, η ύπαρξη του ιού εξακολουθεί να προκαλεί ερεθισμό και να καταστρέφει το ήπαρ με αποτέλεσμα την ανάπτυξη ινώδους ιστού, δηλαδή μιας ουλής μέσα στο ήπαρ.

Πώς γίνεται η μετάδοση του ιού;

Οι ιοί Α,Ε καθώς και οι ηπατοτρόποι ιοί μεταδίδονται είτε με την κοπροστοματική οδό είτε με την καθημερινή επαφή και συμβαίνουν σε συνθήκες κακής υγιεινής, χωρίς όμως να αποτελούν ιδιαίτερο πρόβλημα καθθώς δεν οδηγούν σε χρονιότητα.

Αντίθετα, ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται για τους ιούς Β, C και D που προκαλούν χρονιότητα. Συγκεκριμένα, ο ιός της ηπατίτιδας Β μεταδίδεται με τη σεξουαλική επαφή, παρεντερικά δηλαδή μέσω του αίματος και από μητέρα με χρονία ηπατίτιδα B στο παιδί κατά την κύηση ή τον τοκετό (κάθετη μετάδοση), ενώ το ιός της ηπατίτιδας C κυρίως με την παρεντερική επαφή και σπανιότερα με τη σεξουαλική επαφή ή την κάθετη μετάδοση από τη μητέρα στο παιδί.

Ποιο το μέγεθος του προβλήματος;

Οι ιογενείς Hπατίτιδες (κυρίως από την ηπατίτιδα Β και C) ευθύνονται για περίπου 1,5 εκατομμύριο θανάτους το χρόνο παγκοσμίως. Για να αντιληφθούμε το μέγεθος του προβλήματος πρέπει να γνωρίζουμε ότι ο αριθμός αυτός είναι σαφώς μεγαλύτερος από τους θανάτους που προκαλούνται από τον ιό του HIV (που προκαλεί το AIDS), την ελονοσία και τη φυματίωση. Σύμφωνα με υπολογισμούς οι θάνατοι από τις Ιογενείς Ηπατίτιδες πρόκειται να αυξηθούν κατά 123,5% μέχρι το 2030 (ιδιαίτερα για την ηπατίτιδα C) αν δεν λάβουμε έγκαιρα σε δραστικά μέτρα.

Ποιες είναι οι επιπλοκές από την ιογενή ηπατίτιδα;

Τις περισσότερες φορές μετά την προσβολή του ήπατος από ιούς έχουμε οξεία φλεγμονή και νέκρωση του οργάνου. Καθώς όμως, το ήπαρ διαθέτει εξαιρετική αναγεννητική ικανότητα, τις περισσότερες φορές οδηγούμαστε σε αποκατάσταση αυτής της νέκρωσης, χωρίς να υπάρχουν προβλήματα στη λειτουργία του. Σπανιότερα και κυρίως μετά από προσβολή του ήπατος από ιούς Β και C, μπορεί να προκληθεί χρόνια φλεγμονή (χρονία ηπατίτιδα), κίρρωση, ηπατική ανεπάρκεια και ηπατοκυτταρικός καρκίνος.

Ο Ηπατοκυτταρικός Καρκίνος αποτελεί την 3η συχνότερη αιτία θανάτου παγκοσμίως, με περίπου 750.000 νέες περιπτώσεις καρκίνου και 650.000 θανάτους ανά έτος. Στην Ελλάδα η επίπτωση του Ηπατοκυτταρικού Καρκίνου είναι από τις μεγαλύτερες στον κόσμο με 12 νέους καρκίνους ανά 100.000 άνδρες και με 4.6 νέους καρκίνους ανά 100.000 γυναίκες ανά έτος και κυρίως οφείλονται στις  ηπατίτιδες Β και C.

Τι μέσα διαθέτουμε σήμερα για την αντιμετώπιση της ιογενούς ηπατίτιδας;

Τα τελευταία  χρόνια, τα νέα επιστημονικά δεδομένα μας επιτρέπουν την έγκαιρη διάγνωση των ασθενών με ιογενείς ηπατίτιδες και την κατάλληλη αντιμετώπιση με τη χρήση εμβολίων και νεότερων φαρμάκων.

Πιο συγκεκριμένα,  στη θεραπευτική προσέγγιση της Χρόνιας Ηπατίτιδας Β, βασικός στόχος της θεραπείας είναι η επίτευξη μακροχρόνιας ιολογικής ύφεσης, δηλαδή καταστολής του ιού, μειώνοντας την πιθανότητα εξέλιξης σε κίρρωση και ηπατοκυτταρικό καρκίνο. Υπάρχουν, σήμερα φάρμακα πρώτης γραμμής με πολύ μεγάλη αποτελεσματικότητα και ελάχιστες παρενέργειες, που λαμβάνονται εύκολα από το στόμα σε μορφή χαπιών, όπως η εντεκαβίρη, η τενοφοβίρη.

Αντίθετα, στη Χρόνια Ηπατίτιδα C στόχος της θεραπείας είναι η εκρίζωση του ιού, δηλαδή η εξαφάνισή του από τον οργανισμό. Η θεραπεία της Ηπατίτιδας C σήμερα στηρίζεται σε χάπια από το στόμα που χορηγούνται σε διάφορους συνδυασμούς, για μικρό χρονικό διάστημα, συνήθως 8-12 εβδομάδων, επιτυγχάνοντας ποσοστά επιτυχούς  από 95% των ασθενών. Τέτοια φάρμακα βρίσκονται σήμερα στη θεραπευτική φαρέτρα, όπως το sofosbuvir, το simeprevir και άλλα, που λαμβάνονται εύκολα με ελάχιστες παρενέργειες.

Η σημασία της πρόληψης

Πολλοί ασθενείς με Ηπατίτιδα Β ή C δε γνωρίζουν ότι έχουν μολυνθεί από τον ιό, και έτσι δεν μπορούν να επωφεληθούν από τις διαθέσιμες θεραπευτικές δυνατότητες. Επιπλέον, η οικονομική κατάσταση εμποδίζει την ευχερή πρόσβαση σε όλους στη διάγνωση και τη θεραπεία. Yπολογίζεται, μάλιστα ότι μόλις ένας στους δέκα μολυνθέντες ασθενείς, θα φτάσει τελικά στη θεραπεία, γεγονός που επιβάλλει καλύτερη στρατηγική δράση, τόσο για την έγκαιρη ανίχνευση των ασθενών, όσο και για τη δυνατότητα παραπομπής τους στα κατάλληλα θεραπευτικά κέντρα.

Σήμερα υπάρχει δυνατότητα δωρεάν χορήγησης των νέων αντικών φαρμάκων σε ασθενείς χωρίς ασφαλιστική κάλυψη και δωρεάν κάλυψης των εξειδικευμένων διαγνωστικών τεχνικών για τη διάγνωση και παρακολούθηση.

Επίσης, σε κεντρικό επίπεδο έχει οργανωθεί Εθνικό Σχέδιο Δράσης που συνιστά προσυμπτωματικό έλεγχο, όχι μόνο στα άτομα ομάδων υψηλού κινδύνου για ηπατίτιδα C, αλλά και σε όλα τα άτομα του γενικού πληθυσμού που έχουν γεννηθεί μεταξύ 1945 και 1980.

Οι ιογενείς ηπατίτιδες μπορούν σήμερα, να διαγνωστούν εύκολα και να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά, προκειμένου να μειώσουμε τις επιπλοκές από τη χρονιότητα της νόσου. Πιο σημαντικό, όμως είναι η  συνεχής ενημέρωση από τους επαγγελματίες υγείας, για τους τρόπους πρόληψης και μετάδοσης των ιογενών ηπατιτίδων και για την αποφυγή στιγματισμού των φορέων και πασχόντων από τους ιούς της ηπατίτιδας.